O ιστορικός, καθηγητής Σαράντος Καργάκος στη Βούλα

29 Μαΐου 1453 - εάλω η Πόλις

29 Μαΐου 2018, η μαύρη επέτειος αναμνήσθητε στη Βούλα από τον εξέχοντα δάσκαλο ιστορικό, φιλόλογο και συγγραφέα Σαράντο Καργάκο, που πλημμύρισε η αίθουσα “Ιωνία” για να τον ακούσει.

Η όλη εκδήλωση σε έβαζε στο κλίμα, με τα ηχητικά και τις εικόνες. Η ομιλία του ιστορικού Σαρ. Καργάκου καθήλωσε τον κόσμο. Το θέμα του, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγοςϙ ο Σπαρτιάτης, ο πρώτος βασιλιάς των Ελλήνων. Ο αυτοκράτορας που ως άλλος Λεωνίδας, είπε το δέυτερο ΟΧΙ της ιστορίας.

Θα αναφερθούμε σε στιγμές της ομιλίας του δάσκαλου:

Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1403. Ήταν ο τέταρτος γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου (1391 -1425) και αδελφός του αυ­τοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου (1425- 1449). Μητέρα του ήταν η Ελένη Δραγάτση γι’ αυτό και ονομάζεται και Δραγάτσης. Έζησε λί­γο στην Ταυρική και μετά ήρθε στην Πελοπόν­νησο, στο Μιστρά, όπου μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο ανέκτησαν όλες τις φραγκοκρατούμενες περιοχές.

Aπό το 1443 έως το 1449, ο Κων/νος ως δε­σπότης του Μιστρά, κάνει το Δεσποτάτο δεσπόζουσα δύναμη της Βαλκανικής κι εφαρμόζει μια πολιτική, που νεώτερη έκφρασή της είναι η βαλ­κανική πολιτική των ετών 1912-1913. Συναισθάνεται ότι μόνοι τους οι Έλληνες, καθώς μάλιστα είναι διεσπασμένοι, δεν θα κατορθώσουν ν’ ανα­χαιτίσουν τους γεμάτους πολεμική ορμή Τούρ­κους. Πρέπει οι Βαλκάνιοι να συνενωθούν και να συνασπισθούν. Ν’ αποτινάξουν τον τουρκικό ζυ­γό που ήδη τους έχει επιβληθεί και να συναντη­θούν σ’ ένα ενιαίο μέτωπο.

Προϋπόθεση όμως μιας τέτοιας πολιτικής ήταν η ασφάλεια της Πελοποννήσου.

Ο Κων/νος θέλη­σε να κάνει την Πελοπόννησο, νησίδα ασφαλείας. Ξανάχτισε το τείχος του Ισθμού, που είχε κατα­στραφεί με τις επιδρομές του φοβερού Τούρκου στρατηγού Τουραχάν (1422 και 1432). Το τείχος κτίσθηκε σε διά­στημα 30 ημερών! Και ήταν ένα τείχος φτιαγ­μένο με την τελευταία λέξη της τεχνοδομής: με λί­θους αλλά και ξύλα φερμένα ειδικά από τη Βενε­τία. Γράφει ο Λάκων ιστορικός Παν. Δούκας στο μνημειώδες έργο του «Η Σπάρτη διά μέσου των αιώνων» τα ακόλουθα: «Και δικαίως ο Κωνστα­ντίνος την ανάκτησιν του Ισθμού εθεώρησε αναγκαιότατης ουχί μόνον χάριν της αμύνης από νέων επιδρομών των Τούρκων, αλλά και χάριν της ανυψώσεως του καταπεπτωκότος φρονήματος των Πελοποννησίων, οίτινες θα είχαν ούτω το συ­ναίσθημα της βεβαίας ασφαλείας» (σ. 533).

Δεν είναι αληθές ότι οι Έλληνες τότε δεν είχαν δυνάμεις. Δεν είχαν ψυχή. Είχαν χάσει το ηθικό τους, την πίστη στον εαυτό τους. Για τελευταία φορά που οι Έλληνες αισθάνθηκαν ασφαλείς ήταν λίγο πριν το μοιραίο 1204. Έκτοτε ο ελληνικός κόσμος τεμαχίσθηκε σε ελληνικά και φραγκικά κρατίδια. Κι αν η Βασιλεύουσα ανακτήθηκε το 1261, η Αυ­τοκρατορία ανέζησε σαν σκιά του παλαιού εαυ­τού της. Επί δύο αιώνες εσύρετο, δεν εζούσε, για­τί δεν μεγαλουργούσε. Κανένα στρατιωτικό ή πο­λιτικό τρόπαιο δεν σημείωσε στη διάρκεια των διακοσίων χρόνων του ιστορικού επιλόγου της. Έτσι ο λαός, χωρίς ψυχή, χωρίς εσωτερικό δυνα­μισμό, είχε πέσει σε κατάσταση μοιρολατρίας. Μό­νο τα θρησκευτικά πάθη ήταν σε έξαρση. Πάθη που δεν γεννούσαν πατριωτικό ενθουσιασμό, αλ­λά διχασμό. Οι Έλληνες περισσότερο μισούσαν οι μισοί τους άλλους μισούς παρά τους Τούρκους ή τους Δυτικούς. Έτσι «δειλοί, μοιραίοι, άβουλοι αντάμα, προσμένανε ίσως κάποιο θαύμα», θα μπορούσαμε να πούμε παραλλάσσοντας το στί­χο του Βάρναλη. Για την Πόλη ουσιαστικά ισχύει ο καταδικαστικός στίχος που έγραψε στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» ο Παλαμάς: «Και περίμε­νε τον Τούρκο να την πάρει».

Ο Κων/νος, επωφελούμενος από τους περισπασμούς του Σουλτάνου Μουράτ κατά του ηγεμό­να της Καραμανίας στην Ανατολή και κατά των Ούγγρων και του Σκεντέρμπεη στη Βαλκανική, θέλησε να προχωρήσει πέρα από τον Ισθμό και να απελευθερώσει από τον τουρκικό ζυγό όλη την ηπειρωτική Ελλάδα. Να γιατί ο Κων/νος θε­ωρείται ο πρώτος των Ελλήνων. Με αυτόν άρχι­σε η απελευθερωτική πολιτική του Ελληνισμού. Προς εφαρμογή του σχεδίου του απελευθερώνει τη Θήβα φθάνει μέχρι τη Λιβαδιά, το Λιδωρίκι και το Ζητούνι (Λαμία). Ο Κωνσταντίνος είναι ο πρώτος που κατoνόησε και αξιοποίησε τη δύναμη των Βλάχων της Πίνδου. Οι Βλάχοι, οι αμφισβητούμενης ελληνικάτητος, από επιτήδειους πράκτορες, Βλάχοι, συνέ­πραξαν με τον Κων/νο, για να διώξουν από τη Θεσσαλία τους Τούρκους. Ο Κων/νος δεν είχε μεγάλες τακτικές μονάδες στρατού. Γι αυτό χρη­σιμοποίησε μικρά καταδρομικά σώματα. Είναι, μετά τον αρχαίο στρατηγό Ιφικράτη, ο πρώτος που χρησιμοποίησε σώματα επιλέκτων «κομά­ντος». Αυτό δημιούργησε παράδοση στην περιο­χή της Πίνδου. Από τα καταδρομικά σώματα του Κων/νου βγήκαν τα αρματολικά και κλέφτικα σώ­ματα της Τουρκοκρατίας, αυτά που ο Μακρυγιάννης ονόμασε εύστοχα «Μαγιά της Λευτε­ριάς».

...Eνώ ο Κων/νος συνέχιζε το ανορθωτικό έργο του στην Πελοπόννησο, έφθασε η είδηση ότι απέθανε ο Αυτοκράτορας αδελφός του, Ιωάννης Η’, στις 31 Οκτωβρίου 1448. Δημιουργήθηκε κε­νό εξουσίας, γιατί ο Ιωάννης ήταν άτεκνος. ...Ο Κων/νος, ο τελευταίος βυζαντινός αυτο­κράτορας, είναι ο πρώτος βασιλιάς που εστέφθη επί του μητροπολιτικού ελληνικού εδάφους, και μάλιστα επί λακωνικού εδάφους. Να ένας ακόμη λόγος που κάνει τον Κων/νο πρώτο Έλληνα βα­σιλιά. Η στέψη έγινε στις 6 Ιανουαρίου 1449 στον Άγιο Δημήτριο, τον μητροπολιτικό ναό του Μι­στρά. Και αμέσως έφυγε για την Πόλη συνοδευό­μενος από τον πιστό του Γεώργιο Σφραντζή.

Στην Πόλη έγινε δεκτός με θερμή υποδοχή. ... Στην Πόλη άρχισε να πνέει ένας άνεμος παλληκαριάς. Η Πόλη ξαναζούσε. Όλα αυτά μέχρις ότου στο σουλτανικό θρόνο ανήλθε ο Μωάμεθ Β’.

Ο Κων/νος κατάλαβε πως ήρθε η στιγμή της αλή­θειας. Αγνόησε το θλιβερό παρόν, αδιαφόρησε για τον εαυτό του και ατένισε προς το ένδοξο πα­ρελθόν. Έπρεπε να σταθεί αντάξιος των πιο έν­δοξων προκατόχων του. Αυτό που είχε, αυτό που ήταν δεν ήταν δικά του, ανήκαν στο Γένος. Και το γένος απαιτούσε, θυσία, όχι παράδοση. Ο Κων/νος δεν πολέμησε για να νικήσει, πολέμησε για να μην ηττηθεί η αξιοπρέπεια και η τιμή της Πόλης. Ο Αυτοκράτωρ πεθαίνει αλλά δεν παραδί­δεται. Και αυτή η στάση ήταν εγγραφή ελευθε­ρίας. Το Γένος δεν θα το έσωζε μία νίκη, θα το έσωζε μια θυσία. Ο Κων/νος και τα παλληκάρια του με το αίμα τους ξέπλυναν όλες τις προηγού­μενες ντροπές της αυτοκρατορίας. Η Πόλη πέ­φτοντας στρατιωτικά, ανυψώθηκε ηθικά. ... Ο Κων/νος είχε πέρα για πέρα Ελληνική συνείδηση. Είχε επίγνωση της ιστορικής αποστολής του. Με την τελευταία ομιλία του, το απόγευμα της 28ης Μαίου, την παραμονή της αλώσεως με εναν εμπνευσμένο Λογο προς τους στρατιώτες και αξιωματικούς του, καθόρισε με λακωνική επιγραμματικότητα την αποστολή αυτή, που έκτοτε έγινε ιερά παρακαταθήκη του Γένους.

Και έρχεται η ώρα της τελικής αναμετρήσεως. Ο Κων/νος αποχαιρετά στο παλάτι τους φίλους και συγγενείς και πάει να πάρει θέση ως πολεμι­στής πάνω στις επάλξεις. Γύρω του πολεμού­σαν εκλεκτοί και αφοσιωμένοι.

...Ο Κων/νος πολεμάει με σπασμένο σπαθί μόνος. Οι γενναίοι είχαν πέσει. Οι άλλοι τον είχαν εγκαταλείψει. Και τότε με παρά­πονο ανέκραξε: «Ουκ έστι τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;».

...Το πτώμα του Παλαιολόγου, γράφει ο Πασπά­της, ουδέποτε βρέθηκε. Αλλά κι αυτό που βρέθη­κε, σκυλευμένο από τους Τούρκους, δεν θεωρή­θηκε βασιλικό σκήνωμα. Ο λαός έθαψε το βασι­λιά στην ψυχή του. Και τον ανέστησε. Έτσι ανα­στήθηκε και το Γένος. Ο Κων/νος έγινε το πτηνό Φοίνικας, που αναγεννάται από την τέφρα του. Η αναγέννηση του Κων/νου μέσα στη λαϊκή ψυχή δίνει σε κάθε κρίσιμη στιγμή νέα πνοή στο Γένος.

Αφήστε σχόλιο...

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 94 επισκέπτες και κανένα μέλος